επιγεννηματικός

ἐπιγεννηματικός, -ή, -όν (AM) [επιγέννημα]
1. αυτός που έχει παραχθεί ή δημιουργηθεί αργότερα από κάποιον άλλο
2. εκείνος που έρχεται ως συνέπεια, ως αποτέλεσμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιγεννηματικά — ἐπιγεννηματικός of the nature of an neut nom/voc/acc pl ἐπιγεννηματικά̱ , ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem nom/voc/acc dual ἐπιγεννηματικά̱ , ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικῶν — ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem gen pl ἐπιγεννηματικός of the nature of an masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικόν — ἐπιγεννηματικός of the nature of an masc acc sg ἐπιγεννηματικός of the nature of an neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικοῦ — ἐπιγεννηματικός of the nature of an masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικῆς — ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματική — ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικήν — ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικῶς — ἐπιγεννηματικός of the nature of an adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιγεννητικός — ἐπιγεννητικός, ή, όν (Α) ο επιγεννηματικός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.